Ασκούμενος ηχολήπτης: Σύντομο ανέκδοτο

Η φράση «ασκούμενος ηχολήπτης» στην καθημερινότητα της ελληνικής μουσικής κοινότητας είναι ένα από τα πολλά σύντομα ανέκδοτα.
Απλώς δεν υπάρχουν ασκούμενοι.
Όλοι ανεξαιρέτως είναι φτασμένοι.
Επαρκώς καταρτισμένοι.
Έτοιμοι για όλα.

Στον υπόλοιπο πλανήτη χρησιμοποιείται ο όρος «intern», για τον ασκούμενο που μαθητεύει δίπλα σε κάποιον ή κάποιους έμπειρους ηχολήπτες. Δεν υπάρχει ηχολήπτης που να μην έχει περάσει από αυτό το στάδιο στην καριέρα του. Δεν υπάρχει επίσης ηχολήπτης που να μην ωφελήθηκε από αυτό.

Εντός των συνόρων, η λέξη δεν αντιστοιχεί σε κάτι, γιατί πολύ απλά οι Έλληνες πιστεύουν ότι έχουν το κληρονομικό χάρισμα, το γονιδιακό πλεονέκτημα να ξεχωρίζουν από το δημοτικό ποιός κομπρέσσορας ταιριάζει σε ένα ταμπούρο και τι ουρά βάθους κολακεύει τη γυναικεία φωνή.

Σύμφωνα με μελέτες ανθρωπολόγων, οι κύριοι λόγοι για τους οποίους οι Έλληνες ηχολήπτες δεν περνάνε από τη φάση της άσκησης είναι δύο.

Πρώτον, οι έμπειροι και φτασμένοι ηχολήπτες δεν έχουν τη διάθεση και το φιλότιμο να μοιραστούν τα μυστικά της δουλειάς με τους νεότερους. Είναι γενικό το φαινόμενο να λειτουργεί ο κάθε κλάδος κυκλωματικά και όσο γίνεται πιο κλειστά. Είναι χαρακτηριστικό ότι τα studios δεν δελεάζονται ακόμα και από την δωρεάν προσφορά εργασίας ενός νέου ανθρώπου, με τον υποκριτικό φόβο ότι αυτός ο νέος θα μάθει πράγματα που στο μέλλον θα τον κάνουν ανταγωνιστικό.

Μιλάμε για καθαρό στρουθοκαμηλισμό. Όσο περισσότεροι καλοί και έμπειροι ηχολήπτες υπάρχουν, τόσο καλύτερα για όλους. Είναι υγιές να υπάρχει αυτή η συνθήκη.

Ακόμα κι αν κάποιος δεχτεί δίπλα του ένα νεαρό και φιλότιμο παιδί, δεν ακολουθεί τη σωστή διαδικασία πρακτικής εξάσκησης. Για παράδειγμα, στις κρίσιμες στιγμές, στις κρίσιμες ρυθμίσεις, πάντα μα πάντα ο ασκούμενος τυχαίνει να του ζητάνε ένα καφέ, τσιγάρα από το περίπτερο, καλώδια κ.τ.λ. Για να μην είναι παρών.

Δεύτερον, οι ίδιοι οι νεαροί ηχολήπτες δεν θέλουν να περάσουν από τη φάση της άσκησης. Η πιο συχνή δικαιολογία είναι ότι δεν έχουν όρεξη να γίνουν καθαρίστριες στο studio κάποιου. Ο ρόλος αυτός βέβαια, γεννήθηκε σε χώρες που δεν έχουν υποχρεωτική στρατιωτική θητεία. Δεν είναι δηλαδή το internship αντίστοιχο της καλλιόπης ή του καψωνιού. Ο λόγος για τον οποίο οι ασκούμενοι παγκοσμίως έχουν καθήκοντα καθαριότητας, είναι γιατί έτσι φαίνεται το δέσιμό τους με το χώρο, πόσο τους νοιάζει ο χώρος εργασίας τους, πόσο αφοσιωμένοι είναι στο περιβάλλον που τους φιλοξενεί.

Οι νεαροί ηχολήπτες επίσης πιστεύουν σε γενικές γραμμές ότι τα σπασμένα προγράμματα θα τους μάθουν να μειξάρουν και να επεξεργάζονται. Δεν μπαίνουν στον κόπο καν να διαβάσουν το manual του κατασκευαστή. Γι αυτό, για παράδειγμα, πιστεύουν ότι mastering=multiband compressor.

Εξάλλου, η βασική φιλοδοξία του νεαρού ηχολήπτη είναι να βρει μια δουλίτσα σε ένα ραδιοφωνικό σταθμό ή κάποιο άλλο μέσο εξημέρωσης. Δεν υπάρχει όρεξη για δημιουργία.

Έτσι, θεοποιούνται στα μάτια των φρεσκοσπουδαγμένων ηχοληπτών οι διάσημοι-ημιμαθείς-σκυλοθρεμμένοι παραγωγόπουλοι της εγχώριας κατανάλωσης σουξέ. Ένας στους δύο πιστεύει ότι ο τάδε ή ο δείνα παραγωγόπουλος είναι κορυφαίος γλύπτης του ήχου, ανεξάρτητα με το αν το αποτέλεσμα είναι γαύγισμα με έκο.

Σε περίπτωση που κάποιος νεαρός ηχολήπτης θέλει να βγεί από το κοπάδι και να κάνει κάτι ουσιαστικό στη ζωή του, η διαδικασία για να γίνει ασκούμενος σε κάποιο studio ή δίπλα σε κάποιον ηχολήπτη είναι απλή και δοκιμασμένη.

1.Ο νεαρός μάγος του ήχου απευθύνεται σε ένα studio της προτίμησής του. Τηλεφωνεί ή στέλνει ένα email για να μάθει αν υπάρχει ενδιαφέρον.
2.Κάνει γνωστές τις μέχρι τώρα γνώσεις του, το βιογραφικό του, την μέχρι τώρα εμπειρία του. Η αλήθεια είναι προτιμότερη από το ψέμα. Επίσης, δεν ενδιαφέρει κανέναν αν «υπάρχει καλή άκρη για σπασμένα».
3.Κάνει επίσης γνωστές τις μεσοπρόθεσμες και μακροπρόθεσμες φιλοδοξίες του και τα όνειρά του. Έτσι θα δείξει ότι δεν έχει σκοπό να περάσει απλώς τον καιρό του μέχρι να λήξει η αναβολή του ή να πιάσει μια δουλίτσα σε τηλεοπτικό σταθμό.
4.Εξηγεί γιατί επέλεξε το συγκεκριμένο studio. Εννοείται ότι δεν κυνηγάει όλα τα studio ανεξαρτήτως επιπέδου, κύρους, δουλειάς και ύφους. Το να παρακολουθεί κανείς τη δισκογραφία και να διαβάζει τις σημειώσεις των δίσκων βοηθάει στο να εντοπιστούν τα καταλληλότερα studios.
5.Οι υπεύθυνοι (συνήθως ένας από τους βασικούς ηχολήπτες) εξετάζουν τα παραπάνω και ανάλογα με τις ανάγκες τους τον δέχονται ή όχι.

Σε καμία περίπτωση δεν πρέπει να μπει κάποιος στον κόπο να αναζητήσει μια θέση άσκησης, αν δεν απαντήσει πρώτα μέσα του στο ερώτημα «γιατί θες να γίνεις ηχολήπτης».

Όσον αφορά πρακτικά ζητήματα, όπως αμοιβή και ασφάλιση:

Δεν είναι καθόλου αγενές να ρωτήσει κανείς αν προσφέρεται αμοιβή. Μια μέση λύση πάντως είναι να περνά ο ασκούμενος κάποιο καιρό δουλεύοντας αμισθί, και μετά να παίρνει κάποια χρήματα.

Η ασφάλιση είναι πονεμένη ιστορία για τους επαγγελματίες ηχολήπτες, πόσο μάλλον για τους ασκούμενους. Το ελληνικό κράτος έχει γενικώς γραμμένες τις τέχνες στα παλιά του τα παπούτσια. Ένας κιφήνας που δεν μιλάει καν σωστά νέα ελληνικά παίρνει μια χαρά λεφτά, ενώ ένας ηχολήπτης που έχει μειξάρει είκοσι-τριάντα ιστορικούς δίσκους ή έχει οργώσει την Ελλάδα με συναυλίες, παίρνει ένα ξεροκόμματο και λέει και ευχαριστώ. Καλό είναι λοιπόν να σκέφτεται κανείς σοβαρά το ενδεχόμενο της ιδιωτικής ασφάλισης.

Advertisement

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s