Ηχογραφώντας πιάνο-ουρά

Προτού ξεκινήσουμε τη διαδικασία της ηχογράφησης, το πρώτο βασικό μέλημά μας πρέπει να είναι να σιγουρευτούμε ότι το πιάνο είναι κουρδισμένο και δεν έχει κάποιο πρόβλημα. Ανοίγουμε λοιπόν το πιάνο και ζητάμε από το μουσικό να παίξει και στεκόμαστε κοντά στο πιάνο, ακούγοντας προσεκτικά τη συμπεριφορά του οργάνου. Τριξίματα, γδούποι, δονήσεις και παρόμοιοι ήχοι πρέπει να εντοπιστούν προτού πατήσουμε το rec.

Ιδιαίτερη προσοχή πρέπει να δώσουμε στο να μην είναι οι δυναμικές του μουσικού σε άλλο κλίμα από αυτό που τελικά αφορά την ηχογράφηση. Για παράδειγμα, αν παίξει δυνατά στη δοκιμή αλλά το μέρος του είναι σιγανά, θα έχουμε χάσει χρόνο και ενέργεια σε δευτερεύοντα ζητήματα. Κι αν παίξει σιγά στη δοκιμή, ενώ το κομμάτι είναι απαιτητικό, θα βρεθούμε προ εκπλήξεων.

Το πως βλέπει ένας μουσικός ένα πιάνο είναι πολύ διαφορετικό από το πως το βλέπει ένας ηχολήπτης. Ο μουσικός το βλέπει από τη θέση παιξίματος (εκτός και αν του αρέσει να κυλάει μπάλες μπιλιάρδου στις χορδές) ενώ ο ηχολήπτης το βλέπει από ψηλά, σαν κάτοψη. Σαν κάτοψη λοιπόν ένα πιάνο-ουρά έχει δυο βασικά μέρη: το μέρος των μπάσων χορδών και το μέρος των ψηλών. Η ιδανική περίπτωση είναι να αφιερώσουμε ένα μικρόφωνο σε κάθε μέρος. Τα μικρόφωνα αυτά, Α για μπάσα και Β για ψηλά, μπορούμε να τα πανάρουμε κατά βούληση. Hard left/right (τέρμα δεξιά/αριστερά) δημιουργείται μια μεγάλη σαφής εικόνα του οργάνου, με κινητικότητα και σταθερή παρουσία στη μείξη. Από εκεί και προς το κέντρο υπάρχουν πολλές πιθανές θέσεις. Το ποιά θα διαλέξουμε εξαρτάται και από το  ιδίωμα αλλά κυρίως από το προσδοκόμενο αποτέλεσμα. Αν θέλουμε το πιάνο να κυριαρχεί, διαλέγουμε ανοιχτό πανάρισμα. Αν θέλουμε να είναι πιο διακριτικό, διαλέγουμε πιο κλειστές θέσεις ή ακόμα και μονοφωνική λήψη.

Παγίδα στην τοποθέτηση των μικροφώνων είναι η απόσταση από τις χορδές. Όσο πιο κοντά βρισκόμαστε σε αυτές, τόσο περισσότερο χάνουμε τις μεσαίες περιοχές και τις μεσαίες νότες του οργάνου. Το πόσο κοντά θα πάμε εξαρτάται από το πόσο χρησιμοποιεί ο μουσικός την έκταση του οργάνου στο κομμάτι. Εάν προγραμματίζουμε να ηχογραφήσουμε περισσότερα από ένα κομμάτια, όπου η χρήση της έκτασης διαφέρει, προτιμούμε μια απομακρυσμένη τοποθέτηση που θα δώσει ισσοροπημένη εικόνα και στα τρια μέρη (μπάσα, μεσαία, ψηλά) χωρίς την ανάγκη χειρουργικής επέμβασης στη μείξη.

Ακόμη, λόγω της ανεξαρτησίας των θεμάτων στα δυο χέρια του μουσικού, είναι πολύ πιθανό να χρειαστεί να προσαρμόσουμε την απόσταση όχι μόνο σε σχέση με το μέσον αλλά σε σχέση με τις δυναμικές και την ένταση των ψηλών (δεξί χέρι) ή των μπάσων (αριστερό).

Μεγάλη προσοχή οφείλουμε να δώσουμε και στη σχέση των φάσεων των δυο μικροφώνων. Μια διαφορά στη φάση μπορεί να μας δημιουργήσει προβλήματα στη συμπεριφορά του πιάνου μέσα στη μείξη. Για παράδειγμα, η μονοφωνική ακρόαση του κομματιού μπορεί να έχει σα συνέπεια την απώλεια της εικόνας του πιάνου, της έντασης κάποιου μέρους, της συνέπειας του ηχοχρώματος. Αφού λοιπόν σιγουρευτούμε ότι δεν αντιμετωπίζουμε πρόβλημα στη φάση, στερεώνουμε όσο γίνεται πιο γερά τις βάσεις μας και τα μικρόφωνα.

Αν δεν έχουμε ξαναηχογραφήσει πιάνο-ουρά, καλό είναι να πάμε κοντά και να παρατηρήσουμε τον τρόπο με τον οποίο θέτει ο μουσικός σε παλμό τις χορδές. Μπορούμε να φανταστούμε τα σφυράκια σαν τα δάκτυλα ενός κιθαρίστα, σαν τα χέρια ενός κρουστού. Το πιάνο δεν είναι ένα αυτόματο, πειθαρχημένο και κλειστό σύστημα παραγωγής ήχου, όπως με μανία επιμένει να αναμασά το ακαδημαϊκό κατεστημένο. Είναι ένα ασταθές ανοιχτό κύκλωμα που παράχει ήχους με βάση κάποια μηχανικά μέρη που αλληλεπιδρούν μεταξύ τους χωρίς να είναι εκατό τις εκατό προβλέψιμη η συμπεριφορά τους. Τα σφυράκια φθείρονται, οι χορδές είναι λαμπερές ή σκοτεινές, ξεκούρδιστες, καινούργιες, παλιές, βρώμικες, τα ξύλα είναι ξερά, υγρά, ταλαιπωρημένα, γεμάτα κερί, βερνίκι, νικοτίνη.

Αν ο κουρδιστής του πιάνου βρίσκεται ακόμα στο χώρο και δεν έχει βαρεθεί να μας βλέπει να κοιτάμε σα μικρά παιδιά τα σφυράκια και να χτυπάμε με τις μπαγκέτες τις χορδές και να κάνουμε αστεία για το πως θα ακουστεί το πιάνο άμα το πετάξουμε από τον πέμπτο όροφο, του ζητάμε να ρυθμίσει τα σφυράκια με βάση τις επιθυμίες του μουσικού. Μπορεί να θέλει μαλακό χτύπημα, μπορεί να του αρέσει ο στακάτος ήχος του σφυριού, και τα λοιπά. Με τον ίδιο τρόπο που σε μια κιθάρα ρυθμίζουμε το action και δε λέμε στο μουσικό «παρε παίξε, έτσι έπαιζε και ο τάδε», έτσι ρυθμίζουμε και το πιάνο: ώστε να αισθάνεται άρχοντας ο μουσικός.

Η τοποθέτηση των δυο μικροφώνων σε σχέση με το μήκος των χορδών υπακούει σε γενικές γραμμές στην πραγματικότητα ότι οι μπάσες χορδές έχουν μεγαλύτερη μάζα από τις ψηλές. Με αφετηρία τα σφυράκια, το μικρόφωνο των ψηλών θα είναι πιο κοντά σε αυτά από ότι το μικρόφωνο των μπάσων.

Όσο μεγαλύτερη είναι η απόσταση μεταξύ των δυο μικροφώνων, τόσο μεγαλύτερη θα είναι η εικόνα και τόσο μεγαλύτερος ο διαχωρισμός των μερών και των συχνοτήτων. Δεν είναι βέβαιο ότι επιθυμούμε πάντα μεγάλο διαχωρισμό, όλα εξαρτώνται από το που θέλουμε να πάει το πράγμα σαν παραγωγή. Καλό είναι πάντως θα διαλέξουμε μια θέση και να μείνουμε αφοσιωμένοι σε αυτήν, αν έχουμε να ηχογραφήσουμε πολλά διαφορετικά κομμάτια. Όσο μεγαλύτερη ισσοροπία υπάρχει μεταξύ των μερών στις ηχογραφήσεις, τόσο λιγότερο χρόνο χρειάζεται να αφιερώσουμε σε διορθωτικές κινήσεις στη μείξη και στο mastering.

Αν ηχογραφούμε το πιάνο ζωντανά μαζί με άλλους μουσικούς και όργανα στον ίδιο χώρο, προτιμούμε να τοποθετήσουμε τα μικρόφωνα όπως παραπάνω. Αν όμως ηχογραφούμε το πιάνο μόνο του, μπορούμε άνετα να βγούμε έξω από το όργανο και να αξιοποιήσουμε τεχνικές με μικρόφωνα χώρου και στερεοφωνικές τεχνικές όπως η X/Y.

Βασικά θέματα και εδώ είναι η φάση και η ισσοροπία μεταξύ των δυο μερών. Οι στερεοφωνικές τεχνικές, όπως η X/Y, είναι από σχεδιασμού πολύ ισσοροπημένες, αν όμως διαλέξουμε το σωστό κοινό σημείο θέσης. Για να κάνουμε την καλύτερη επιλογή, πρέπει να βρεθούμε κοντά στο πιάνο και να ακούσουμε τον ήχο του, όπως ακούμε τον ήχο μιας καμπίνας κιθάρας για να διαλέξουμε ηχείο. Πολλές φορές το να κλείσουμε το ένα αυτί μας με μια ωτασπίδα ή με το χέρι μας βοηθάει ώστε να αντιληφθούμε ποιό είναι το σημείο στο οποίο τα δυο μέρη συγκατοικούν ειρηνικά.

Δεν πρέπει σε καμία περίπτωση να υπακούσουμε σε ψευδεπίγραφους κανόνες όπως «γράφουμε pop, να δώσουμε βάση στις ψηλές», «γράφουμε rock, να δώσουμε βάση στις ατάκες» και τα λοιπά. Δουλειά μας είναι να αποτυπώσουμε τον ήχο ενός οργάνου και ενός μουσικού μέσα σε ένα χώρο και όχι να ξεχωρίσουμε το ένα συστατικό από το άλλο – για αυτή τη διαδικασία ο κατάλληλος χρόνος είναι η μείξη και η παραγωγή, όχι η ηχογράφηση. Αν αργότερα στη μείξη ανακαλύψουμε ότι θέλουμε για παράδειγμα περισσότερα μπάσσα από το πιάνο, είναι προτιμότερο να τα έχουμε έτοιμα από το μικρόφωνο παρά να περάσουμε ένα επίπονο session παλεύοντας με το eq.

Πολλοί πιανίστες μιλάνε όταν παίζουν. Τραγουδάνε. Μουρμουρίζουν. Ανασαίνουν. Χτυπάνε το πόδι τους στο πάτωμα ή στο πιάνο. Ο μουσικός είναι ένα ελεύθερο ατίθασο πλάσμα, δεν είναι ρομποτ. Μπορούμε να συζητήσουμε μαζί του το ενδεχόμενο να βγάλει τα παπούτσια του για να μην κάνει θόρυβο, αλλά είναι ανεδαφικό να του ζητήσουμε να αλλάξει μια συνήθεια χρόνων, όπως η αναπνοή. Δεν ηχογραφούμε ένα οποιοδήποτε πιανίστα, ηχογραφούμε αυτόν τον πιανίστα που έχει αυτό το ύφος και αυτή τη συμπεριφορά.

Μας ενδιαφέρουν τα σφυράκια αλλά επίσης το ίδιο μας ενδιαφέρει και η προσωπικότητα του πιανίστα. Τα La Scala και Vienna Concert του Keith Jarrett είναι χαρακτηριστικά παραδείγματα της καταγραφής της προσωπικότητας και της ενέργειας του μουσικού.

Advertisement

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s