Οι δύο όχθες

-Πώς βρίσκει τον εαυτό της σήμερα η μουσική βιοτεχνία;
-Σε πολύ καλή φόρμα!

Καθημερινά υλοποιούνται πλατφόρμες και φορείς μουσικής, που μόνο στόχο έχουν να ποινικοποιήσουν την μουσική. Να φέρουν τον μουσικό και τον ακροατή σε ένα επίπεδο συναλλαγής σε τράπεζα – με κάμερες, σεκιουριτάδες, έλεγχο στοιχείων, μαύρες και λευκές λίστες πελατών.

Τα φράγκα αγαπάνε μόνο τα φράγκα, τίποτα άλλο. Και μια εταιρεία που φτιάχτηκε για να βγάζει λεφτά με το τσουβάλι, συνεχίζει να το κάνει, αλλιώς κλείνει. Αυτοί που κλειδώνουν τη μουσική πίσω από μπάρες το κάνουν για να βγάλουν λεφτά, παραπάνω λεφτά, όσο γίνεται περισσότερα. Δεν το κάνουν γιατί δεν έχουν να φάνε και είναι απελπισμένοι.

Τα φράγκα αγαπάνε μόνο τα φράγκα και τίποτα άλλο. Γι αυτό όσοι είναι στο παιχνίδι αυτό στέκονται πλάτη με πλάτη, ώμο με ώμο, στηρίζοντας ο ένας τον άλλο, ακόμα και όταν οι περιστάσεις θα τους επέτρεπαν να είναι πολύ πιο χαλαροί. Η συνωμοσία του «τα θέλουμε όλα, μόνο για μας». Καμία εταιρεία δεν εχθρεύεται κάποια άλλη – αυτά κυκλοφορούν μόνο και μόνο για να δημιουργείται η εντύπωση ότι τα νερά είναι ταραγμένα.

Τα νερά είναι στάσιμα.

Πάντα ήταν στάσιμα, όσον αφορά την όχθη στην οποία κατοικούν αυτοί που συμμετέχουν στη μουσική βιοτεχνία για τα φράγκα. Δίνουν, παίρνουν, απολαμβάνουν, δίνουν, παίρνουν, απολαμβάνουν. Όταν βρίσκουν χρόνο για κανένα διάλειμμα, κάνουν και καμιά μεγαλόστομη απαγόρευση στο αυτονόητο.

Όταν ασχολείσαι μόνο και μόνο με το πως θα βγάλεις λεφτά από ένα δίσκο, ο δίσκος καταλήγει να είναι για πέταμα. Υπάρχουν εκπρόσωποι δισκογραφικών που επισκέπτονται το studio κατά τη διάρκεια μιας ηχογράφησης και λένε στους μουσικούς από το talkback: «παιδιά, καλό ακούγεται το κομματάκι, αλλά να λέμε και κανένα ερωτόλογο που και που, οκ;».

Εννέα στα δέκα συγκροτήματα δεν λένε επί τόπου στον εκπρόσωπο αυτό να πάει να πνιγεί στο πιο βαθύ πηγάδι. Γι αυτό και οι εταιρείες συνεχίζουν να υποστηρίζουν μουσικούς που κυκλοφορούν ανοησίες, ηχητικά εγκαύματα τρίτου βαθμού που σε τρια χρόνια δεν θα θυμάται κανένας.

Ένα στα δέκα συγκροτήματα παθαίνει σοκ εκείνη τη στιγμή, ακούγοντας μια τόσο απροκάλυπτα χυδαία προσέγγιση. Το γκρουπ κοιτάζει τον εκπρόσωπο που φεύγει από το studio για να πάει σε άλλο meeting. Κοιτάζει τον ηχολήπτη που κουνάει το κεφάλι συγκαταβατικά, συγκρατώντας με το ζόρι διάφορες αυτοσχέδιες βρισιές.

Και περνάει στην απέναντι όχθη.

Εκεί τα νερά είναι φρέσκα, διαυγή και διαρκώς σε κίνηση. Οι μουσικοί που δεν ασχολούνται με το πως θα βγάλουν όσο γίνεται περισσότερα ευρώ από ένα δίσκο που ακόμα δεν έχει φτάσει να μειξαριστεί, ηχογραφούν συνήθως αξιόλογα πράγματα. Τα συγκροτήματα που δεν αγχώνονται για το «τι θα πει η εταιρεία», αφήνουν ιστορία. Οι καλλιτέχνες που γράφουν στα παλιά τους τα παπούτσια τα playlists και το airplay των ραδιοφωνικών σταθμών, αποκτούν πιστούς ακροατές.

Οι πιστοί ακροατές αγοράζουν τους δίσκους, ανεξάρτητα με το που πουλιούνται, τι συσκευασία έχουν, τι σφραγίδα, τι γνήσιο της υπογραφής. Οι πιστοί ακροατές πηγαίνουν στις συναυλίες. Τρελαίνουν τους φίλους τους στις ακροάσεις μέχρι να τους κάνουν και αυτούς πιστούς ακροατές. Γεμίζουν τα βράδια τους με ήχους και στίχους.

Στην απέναντι όχθη, που είναι γεμάτη trendy φωτάκια και happy faces, οι ακροατές είναι «ότι παίζει το ράδιο», «ότι ακούει η παρέα αυτό το μήνα», «ότι κριτικάρουν οι κριτικοί», «ότι συμμετέχει στο lifestyle».

Δεν αγοράζουν δίσκους.
Δεν πάνε στις συναυλίες, γιατί βλέπουν άλλωστε τους αρτίστες κάθε λίγο και λιγάκι στην τιβι.
Δεν καταλαβαίνουν τη διαφορά μεταξύ καραόκε και ζωντανής μουσικής.

Διαλέγει και παίρνει ο καθένας. Από τη μια, άνθρωποι τον ακολουθούν με αγάπη και τον στηρίζουν γιατί το επέλεξαν και όχι γιατί τους το επέβαλε ένα διαφημηστικό σποτ για οδοντόνημα. Από την άλλη, άνθρωποι τον χρησιμοποιούν για να γεμίσουν την καθημερινότητά τους.

Η μουσική βιοτεχνία θα βρίσκεται πάντα σε φόρμα όσο η πλειοψηφία των μουσικών θα θέλει να είναι απλά κομμάτι του παζλ μιας καθημερινότητας – γιατί έτσι τους είπαν ότι θα βγάζουν λεφτά μέχρι τα βαθιά γεράματα.

Φυσικά, μπορεί η μουσική βιοτεχνία να γίνει συνεταιρισμός, αν οι ανεξάρτητοι δημιουργοί του τώρα πουν «άντε γειά» σε εταιρείες, διαφημιστικές, τηλεόραση, μέσα εξημέρωσης και άλλα στάσιμα νερά.

Και βέβαια, κάποιος φωνάζει τώρα στην οθόνη του- «και με τι θα ζήσουμε εμείς οι μουσικοί ρε, με τέχνη κοπανιστή;»

Σε αυτό τον εξοργισμένο αναγνώστη προτείνω να πάει να ρωτήσει ένα συγκρότημα, όποιο θέλει, που βρίσκεται κλειδωμένο σε κάποιο δισκογραφικό «συρτάρι». Να ρωτήσει πόσα φράγκα έβγαλαν τα μέλη του συγκροτήματος από τις πωλήσεις των δίσκων και τα πνευματικά τους δικαιώματα. Και να αναρωτηθεί εάν ξεκίνησε να γράφει μουσική, για να επενδύει διαφημίσεις στην τηλεόραση.

Τα φράγκα αγαπάνε μόνο τα φράγκα, τίποτα άλλο. Καμιά φορά αγαπάνε και τις δικαιολογίες.

Advertisement

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s