Ποιανού δουλειά είναι;

Σε μια μουσική σκηνή που τα τελευταία χρόνια, για διάφορους λόγους, παραπατάει, θα περίμενε κανείς να είναι τα μέλη της συσπειρωμένα. Να προσπαθούν να κάνουν τη φάση να περπατάει αντί να παραπατάει. Η αλληλεγγύη και η κοινή προσπάθεια φέρνουν τα επιθυμητά αποτελέσματα. Τα κοινά οράματα. Άρα και μια υγιή μουσική σκηνή που θρέφει σώμα και πνεύμα.

Η σκηνή αποτελείται από όλους αυτούς που είναι παρόντες σε μια συναυλία και από όλους αυτούς που συμμετέχουν με τον ένα ή τον άλλο τρόπο στο να πηγαίνει ένας δίσκος από χέρι σε χέρι. Το μεγαλύτερο βάρος της ευθύνης όμως πέφτει αναπόφευκτα στους μουσικούς και τους ηχολήπτες, που είναι τα δυο βασικά συστατικά για ένα εξαιρετικό live ή μια φανταστική ηχογράφηση. Όσο αυτά τα δυο κομμάτια μπορούν να συνεργαστούν, τόσο καλύτερο θα είναι το αποτέλεσμα.

Έχουμε μουσικούς που είναι εξαιρετικοί. Και δεν είναι λίγοι. Έχουμε και ηχολήπτες που είναι πολύ καλά αυτιά. Και δεν είναι λίγοι ούτε αυτοί. Δυστυχώς όμως προτιμούμε να επιβεβαιώνουμε διαρκώς σα λαός το επίπεδο του σουρεαλισμού μας – και δεν εκμεταλευόμαστε το έμψυχο δυναμικό. Σε άλλες χώρες η μουσική τους σκηνή είναι βαριά βιομηχανία. Στην Ελλάδα είναι μια προβληματική βιοτεχνία που κάθε τόσο βάζει λουκέτο, μέχρι κάποιος ριψοκίνδυνος να πάρει ένα ακόμα ρίσκο και να συνεχίσει την προσπάθεια.

Αυτό που έχουν να προσφέρουν οι μουσικοί και οι ηχολήπτες στο κοινό, είναι μια απολαυστική εμπειρία, μια ακρόαση που θα τους καταπλήξει και θα τους δημιουργήσει τη διάθεση να είναι παρόντες διαρκώς σε κάθε συναυλία και να στηρίζουν τους καλλιτέχνες αγοράζοντας τους δίσκους τους. Ποιό ελληνικό συγκρότημα αυτή τη δεδομένη στιγμή μπορεί να ισχυριστεί ότι τα live του έχουν επίπεδο τέτοιο, που άνετα θα κυκλοφορούσε την ηχογράφηση σε live δίσκο χωρίς επανεπεξεργασία; Ποιό ελληνικό συγκρότημα αυτή τη στιγμή μπορεί να ισχυριστεί ότι πρέπει κάθε λίγο και λιγάκι να ξανατυπώνει αντίτυπα των δίσκων του γιατί εξαντλούνται;

Η απάντηση είναι «ελάχιστα».

Αντιφατικό, από τη μια να υπάρχει τόσο καλό δυναμικό, από την άλλη αυτό που προσφέρεται να είναι τόσο χαμηλό.

Κατά τη γνώμη μου, όλα ξεκινάνε από μια άψογα οργανωμένη συναυλία. Συγκρότημα που ξετρελαίνει με τον ήχο του το κοινό στις συναλίες, μπορεί να έχει ως δεδομένο ότι δεν θα του μείνουν στο υπόγειο οι κούτες με τα cds. Επίσης, μπορεί να έχει ως δεδομένο ότι οι δισκογραφικές εταιρείες θα το έχουν ανάγκη, αντί να έχει το συγκρότημα ανάγκη τις δισκογραφικές.

Δεν έχουμε καλό ήχο στις συναυλίες των ελληνικών συγκροτημάτων σε ένα μεγάλο ποσοστό. Υπάρχουν και εξαιρέσεις φωτεινές. Δεν έχουμε καλό ήχο για διάφορους λόγους, που δυστυχώς όλοι τους ξέρουν και κανένας δεν τρελαίνεται να τους αντιμετωπίσει στα ίσια και χωρίς υπεκφυγές.

Υπάρχει καλός εξοπλισμός που δεν κοστίζει μια περιουσία. Welcome to 2005… Όποιος ισχυρίζεται ότι δεν διαθέτει εξοπλισμό της προκοπής επειδή δεν βγαίνει οικονομικά, πρέπει να αλλάξει επάγγελμα, να ασχοληθεί με κάτι άλλο, που θα τον ζει αξιοπρεπώς. Ας μην κρυβόμαστε πίσω από το δάχτυλό μας, οι μουσικοί βάζουν βαθιά το χέρι στην τσέπη για να αγοράζουν κιθάρες, όργανα, ενισχυτές, είναι μεγάλο θράσσος να τους αναγκάζουμε να παίζουν με PA συνταξιοδοτημένο εδώ και χρόνια.

Όποιος πιστεύει ότι δεν μπορεί να ανανεώσει τον εξοπλισμό του γιατί «δεν βγαίνει», πρέπει να έχει ένα πολύ καλό λόγο που συνεχίζει να κάνει συναυλίες. Τα συγκροτήματα προσελκύουν τον κόσμο στα μαγαζιά και τους συναυλιακούς χώρους. Ο κόσμος δεν τρέχει να περάσει το βράδυ του σε ένα μέρος επειδή έμαθε ότι εκεί υπάρχουν στημένα κάτι μουσειακά ηχεία και κονσόλες.

Όποιος από την άλλη δεν ανανεώνει τον εξοπλισμό του γιατί «ποιός θα το καταλάβει μωρέ», πρέπει να πάει σπίτι του. Μόνος του βέβαια δεν πρόκειται. Αυτό είναι στο χέρι των καλλιτεχνών να το καταφέρουν. Να στείλουν δηλαδή σπίτι τους όλους αυτούς που λυμαίνονται τη μουσική στην Ελλάδα, υποβαθμίζοντας την τέχνη για λίγα ευρώ παραπάνω.

Και καλά, τα ηχεία τα πήραμε…

Που είναι οι ηχολήπτες;

Υπάρχουν νέοι ηχολήπτες, ξεκούραστοι, με όρεξη, με όραμα, με δίψα για τη ζωή ανάμεσα στους δημιουργούς. Ας προτιμάμε αυτούς, όχι τους κυκλωματίες, τους «έχω ένα φίλο που…», «ένας φίλος με το laptop του…», «ένας φίλος με τον παπαγάλο του…». Τα ελληνικά συγκροτήματα πρέπει να καταλάβουν ότι όσο πιο πολύ προχωράνε στη διαδρομή για να ανακαλύψουν τον προσωπικό τους ήχο, τόσο περισσότερο θα χρειάζονται σωστούς συνεργάτες πίσω από την monitor και FOH κονσόλα. Ένα επιπλέον μέλος στο συγκρότημα είναι ο ηχολήπτης. Ένα ακόμη ζευγάρι αυτιά, μια ακόμα καρδιά που χτυπάει στον ίδιο ρυθμό.

Είναι ελάχιστες οι αγγελίες που κυκλοφορούν, με περιεχόμενο «συγκρότημα jazz ψάχνει ηχολήπτη», «ροκ τρίο αναζητά ηχολήπτη» κ.τ.λ.

Οι μουσικοί δεν ψάχνουν ηχολήπτη γιατί καταρχήν φοβούνται το οικονομικό. Πως να πληρώσουν κάποιον για να κάνει τις αναγκαίες ρυθμίσεις, αφού καλά καλά δεν «βγαίνουν» οι ίδιοι…

Οι μουσικοί δεν ψάχνουν ηχολήπτη γιατί κάποιοι από αυτούς δυστυχώς πιστεύουν ότι είναι ΚΑΙ ηχολήπτες. Το αποτέλεσμα το διαπιστώνει κανείς στους συναυλιακούς χώρους…

Εννιά στους δέκα αυτοαποκαλούμενους ηχολήπτες δεν ξέρουν καν τι σημαίνει gain structure…

Και έτσι το περίπου έγινε λατρεία, σε ετούτη την πανέμορφη σουρεαλιστική χώρα των Βαλκανίων. Περίπου ρυθμίσεις στην κονσόλα, περίπου τοποθετημένα τα ηχεία, περίπου κούρδισμα, περίπου μικρόφωνα. Περίπου και ο κόσμος, λοιπόν.

Είναι ακατανόητο γιατί ζητάμε από τον κόσμο, από το κοινό, να ανεχτεί το περίπου και να το πληρώνει ξανά και ξανά, για να επιβεβαιώνουν κάποιοι το παρόν τους. Το κοινό δεν είναι ούτε κουφό, ούτε ανεγκέφαλο. Οι Έλληνες που δεν ακούνε σκυλάδικα, ακούνε όμορφες μουσικές. Μια βόλτα σε μια συναυλία καλού ξένου καλλιτέχνη μπορεί να πείσει τον δύσπιστο για αυτό.

Πάμε στις συναυλίες των ξένων, οπότε οι promoters και οι διοργανωτές συνεχίζουν να προσφέρουν τις υπηρεσίες τους ακατάπαυστα τα τελευταία χρόνια. Δεν πάνε όλες οι συναυλίες των ξένων καλά, αλλά γενικώς το κλίμα δεν έχει καμία σχέση με την εγχώρια παραγωγή.

Τι προσφέρεται στο κοινό από τις ξένες παραγωγές που έρχονται στην Ελλάδα:

-Άψογος ήχος, πάνω και κάτω από τη σκηνή, μπροστά, δεξιά, αριστερά. Στην τουαλέτα.
-Αρμονική σχέση συγκροτήματος και τεχνικών. Αρκεί να δει κανείς πόσο τρυφερά μεταφέρουν οι roadies τις κιθάρες (παρόλο που είναι μέσα σε flightcase), ή να ακούσει τις συνομιλίες του συγκροτήματος και του ηχολήπτη, λίγο πριν την πρώτη νότα.
-Σεβασμός στο κοινό. Οι ξένοι γνωρίζουν καλά ότι χωρίς το κοινό δεν υπάρχουν ούτε αυτοί.

Πόσες εγχώριες παραγωγές μπορούν να καυχηθούν ότι διαθέτουν τα παραπάνω, σε βάθος χρόνου, ακατάπαυστα;

Μόνο αυτές που είναι στημένες με μεράκι, με πάθος, με ορμή…

Ενώ αυτές που είναι στημένες με τον κακώς εννοούμενο ερασιτεχνισμό, άγονται και φέρονται ανά την επικράτεια προσπαθώντας να πείσουν. Αλήθεια, ποιόν ακριβώς;

Οι ερασιτέχνες θα είναι πάντα ερασιτέχνες και θα προσπαθούν να τραβήξουν και τους υπόλοιπους στον ερασιτεχνισμό τους. Όσο περισσότεροι ζουν στον πάτο του πηγαδιού, τόσο λιγότερο φαίνεται το άνοιγμα επάνω. Οι ερασιτέχνες κατά βάθος θέλουν να ζήσουν από τις νότες τους, αλλά βαριούνται θανάσιμα να προσπαθήσουν να το κάνουν, οπότε είτε παραμένουν στάσιμοι, είτε προσπαθούν να φτάσουν στο στόχο χωρίς κόπο.

Κι έτσι τροφοδοτούνται με χάρη και ορμή και πάθος τα σόου, κρεμιούνται τα «ταλέντα» και οι «φωνές» στα τσιγκέλια σαν τα κρέατα στην αγορά, μπας και τσιμπήσει κανένας τηλεθεατής και δοκιμάσει.

Το κρέας όμως, όπως όλα τα τρόφιμα, έχει ημερομηνία λήξης.

Έχει διαφορά, να είσαι δυναμικό της τριετίας, από το να είσαι δυναμικό της δεκαετίας.

Μπορεί η ελληνική μουσική σκηνή να αποβάλει τους ερασιτέχνες;
Αν το καταφέρει, θα μπορέσουν τα συγκροτήματα να έχουν μεγαλύτερο χρόνο ζωής. Έτσι, υπάρχει μεγαλύτερη συσπείρωση. Συγκεντρώνονται οι δυνάμεις και γίνονται οι κατακτήσεις σταθερά και με πείσμα.

Αλλιώς, τα ποντίκια εγκαταλείπουν το πλοίο, κονσόλες μουσειακές βαφτίζονται επένδυση, το κοινό προτιμά τη μαύρη αγορά και οι ηχολήπτες ψάχνουν στα ραδιόφωνα και στις τηλεοράσεις για μεροκάμματο.

Ρωτήστε τυχαία δέκα ηχολήπτες, γιατί ξεκίνησαν να ασχολούνται με τον ήχο. Πόσοι θα σας απαντήσουν «γιατί άκουγα ραδιόφωνο», πόσοι «γιατί γούσταρα το τάδε συγκρότημα»;

Καμία διάθεση προσβλητική προς τους συναδέρφους τεχνικούς στα μέσα, ούτε προς τα μέσα (αυτά δηλαδή που αξίζουν σεβασμού). Αλλά η πραγματικότητα να λέγεται, για να θέλει κάποιος να σπουδάσει ηχοληψία, πάει να πει ότι κάτι τον καίει, κάτι τον τρώει μέσα του. Το πιο πιθανό κατά τη γνώμη μου δεν είναι μια φωνή εκφωνητή, αλλά ο ήχος μιας κιθάρας.

Αν σταματήσουμε να βλέπουμε κιθάρες να κάνουν ότι παίζουν χωρίς βύσματα, μπορεί να αρχίσουμε να βλέπουμε κιθάρες να κάνουν τα βράδια μας πιο ευχάριστα.

Η ελληνική μουσική σκηνή θα συνεχίσει να παριστάνει ένα τεράστιο καραόκε, όσο τα βύσματα δεν μπαίνουν στις κιθάρες για χρόνια με επιμονή…

Είναι δουλειά του μουσικού να πει «ξέρεις μεγάλε, έχω δώσει πολλά λεφτά για αυτή την κιθάρα, δεν θα παίξω στο μαγαζί σου τελικά, γιατί όσο κάνει η κιθάρα μου, κάνει όλο το PA σου μαζί με τα φώτα»…

Είναι δουλειά του ηχολήπτη να μην λέει «δε βαριέσαι, καλά είναι, ας μικροφωνίζει, ποιός το καταλαβαίνει»…

Advertisement

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s